Βιογραφικό

Υπηρεσίες

Βιβλία

Άρθρα

Συχνές Ερωτήσεις

Δραστηριότητες

Επικοινωνία

Η έννοια της δυσλειτουργίας στο σεξ


Η ερωτική επιθυμία και η σεξουαλική δραστηριότητα των ανθρώπων παρουσιάζει μεγάλες διαφορές από άτομο σε άτομο, σε σημείο μάλιστα που συχνά είναι δύσκολο να εντάξουμε τον τρόπο λειτουργίας εντός φυσιολογικών ορίων ή σε πλαίσιο σεξουαλικής δυσλειτουργίας. Αυτό δηλαδή που κάποιος θεωρεί ικανοποιητική λειτουργία είναι δυνατόν ο/η σύντροφος να το χαρακτηρίζει δυσλειτουργία ή υποτονική σεξουαλική συμπεριφορά.

Ποιος άλλωστε ορίζει την έννοια του φυσιολογικού, σε μια εποχή που γενικά τα όρια σε κάθε τι μοιάζουν με γκρίζο τοπίο; Είναι επομένως αναμενόμενο ότι οι απόψεις και θέσεις εκφράζουν υποκειμενικές θεωρήσεις, είτε μάλιστα ταυτίζονται με τις θέσεις της ιατρικής Σεξολογίας, είτε όχι.

Η Σεξολογία άλλωστε σαν ιατρική ειδικότητα έχει εγγενείς διαγνωστικές δυσκολίες, σε σχέση με άλλες ειδικότητες. Ο καρδιολόγος έχει βασικό εργαλείο το πιεσόμετρο. Εύκολα μπορεί να πει αν κάποιος έχει υπέρταση ή όχι. Με την ερωτική επιθυμία όμως τι γίνεται; Πώς να τη μετρήσουμε; Πώς να την εκτιμήσουμε; Με βάση τη διήγηση του ενδιαφερόμενου ή του/της συντρόφου;

Η σεξουαλική δυσλειτουργία είναι πρόβλημα ατομικό ή πρόβλημα ζεύγους; Το ερώτημα αυτό τέθηκε για πρώτη φορά από τους Masters και Johnson, γι αυτό κατά τη γνώμη τους η θεραπεία θα πρέπει  να γίνεται από ζεύγος θεραπευτών. Τι υπονοούσαν άραγε οι διαπρεπείς Αμερικανοί σεξολόγοι;

Πρώτα απ’ όλα είχαν σαφώς διακρίνει πρώτοι ότι τα όρια καλής λειτουργίας και δυσλειτουργίας είναι ασαφή. Δεύτερον είχαν σαφώς ορίσει πρώτο ότι το πρόβλημα θα πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με το ζευγάρι και όχι με απόλυτα αντικειμενικά κριτήρια. Αν λοιπόν οι δύο σύντροφοι είναι ικανοποιημένοι από μία σεξουαλική επαφή το μήνα με ποια κριτήρια θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι έχουν ελαττωμένη επιθυμία; Αντίθετα, αν ο ένας επιθυμεί σεξ κάθε μέρα και ο άλλος μια φορά το μήνα, η έννοια της δυσλειτουργίας είναι λογική στο ζευγάρι, όχι όμως υποχρεωτικά για καθένα από τους δύο συντρόφους.

Ανάλογο θέμα δημιουργείται με τη διάρκεια της επαφής. Αν αυτή διαρκεί πέντε λεπτά και η σύντροφος έχει εύκολο οργασμό, όλα μοιάζουν ικανοποιητικά. Αν όμως η σύντροφος χρειάζεται είκοσι λεπτά ή μισή ώρα για να φτάσει σε οργασμό, η διάγνωση της πρόωρης εκσπερμάτισης είναι απόλυτη και αδιαμφισβήτητη.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις καταδεικνύουν πόσο σαφέστερη είναι η διάγνωση και πόσο καλύτερα μπορεί να βοηθήσει ο σεξολόγος όταν έχει απέναντί του το ζευγάρι και πόσο περισσότερο ασαφή είναι τα πράγματα όταν απευθύνεται μόνο ο ένας στον ειδικό, με το συλλογισμό ότι πάει στο γιατρό αυτός που έχει το πρόβλημα. Ρόλος όμως του ειδικού δεν είναι η απόδοση ευθυνών, αλλά το πώς θα κάνει περισσότερο λειτουργικό το ζευγάρι στο σεξ. Τολμάω μάλιστα να ομολογήσω ότι συχνά συναντώ ζευγάρια που έχουν τελείως διαφορετική αντίληψη ή εκτίμηση για το σεξ που βιώνουν μεταξύ τους. Η διαφορετικότητα της εκτίμησης ίσως μάλιστα να αφορά το 50% των ζευγαριών. Η εκτίμηση  μάλιστα είναι δυνατό να επηρεάζεται από πολλά στοιχεία, όπως η εμφάνιση, η ευρύτερη αξιολόγηση και η συναισθηματική κάλυψη.

Ανάλογη δυσκολία αξιολόγησης του προβλήματος στο σεξ υπάρχει στους άνδρες κυρίως που δηλώνουν άριστο σεξ κάποιες φορές και προβληματική στύση τις περισσότερες. Σε διαγνωστικό επίπεδο σαφώς υπάρχει στυτική δυσλειτουργία και μάλιστα ψυχολογικής αιτιολογίας, η οποία θα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Θα πρέπει βέβαια να τονίσουμε ότι κάποιες αποτυχίες στο σεξ έχουν να θυμηθούν όλοι οι άνδρες, που δεν παίρνουν όμως τη μορφή της στυτικής δυσλειτουργίας.

Σημαντικό στοιχείο είναι επίσης ο χρόνος αναμονής και η υπομονή που έχουμε μέχρι να χαρακτηρίσουμε μια σεξουαλική συμπεριφορά δυσλειτουργική. Οι πρώτες σεξουαλικές επαφές σ’ ένα νέο ζευγάρι δεν είναι πάντοτε οι καλύτερες! Χρειάζεται χρόνος για να επιτευχθεί ένας καλός συντονισμός όπως επίσης για να γνωρίσουμε τα «θέλω» και τα «μου αρέσει» του άλλου. Κι όλα αυτά στο πλαίσιο του δίνω και παίρνω χαρά. Η έννοια της αμοιβαιότητας είναι αυτή που κυριαρχεί σε μία ερωτική σχέση και σε μία σεξουαλική επαφή.

Οι άνθρωποι που δεν έκαναν στο παρελθόν μία μακροχρόνια σχέση είναι συνήθως αυτοί που αντιμετωπίζουν συχνότερα προβλήματα στο σεξ. Κάποιοι από αυτούς δηλώνουν ότι η σεξουαλική δυσλειτουργία τους οδήγησε στη μοναξιά. Άλλοι βρίσκουν το άλλο φύλο ιδιαίτερα απαιτητικό. Κάποιοι τέλος, ίσως πιο απλοϊκοί, το ρίχνουν στο κισμέτ. «Δεν έτυχε να βρω κάτι καλό. Ψάχνω μία γυναίκα σαν τη μητέρα μου. Οι γυναίκες όμως στην εποχή μας είναι πολύ ξεπεταγμένες κι επιθετικές. Δε σέβονται τον άνδρα. Ή σε πλησιάζουν από συμφέρον. Όταν εγώ λέω ότι παίρνω μισθό τετρακόσια ευρώ, δεν ξαναπαίρνουν τηλέφωνο» έλεγε με παράπονο ο Ευριπίδης, αποθηκάριος σε συνοικιακό σούπερ μάρκετ. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι ο Ευριπίδης θα δυσκολευτεί να κάνει μία σχέση. Η αρνητική αντίληψη για το γυναικείο φύλο γενικά είναι σημαντικότερος ίσως παράγοντας από τον χαμηλό μισθό του.

Ο Διονύσης πάντα προσπαθούσε να κάνει μία σχέση με μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκα. Γνώρισε τη Βίκυ όταν εκείνος ήταν 24 χρόνων κι εκείνη 32. «Την πρώτη νύχτα που περάσαμε μαζί έπαθα κάταγμα πέους. Πονούσα αφόρητα. Το πέος πρήστηκε και μελάνιασε. Δύο μήνες σχεδόν υπέφερα. Εκείνη μου ζήτησε συγγνώμη. Μου είπε πως είχε πέντε μήνες να κάνει σεξ. Εγώ τι έφταιγα όμως; Της είπα ότι δεν θέλω να την ξαναδώ. Τελικά καλύτερα να το κάνω μόνος μου παρά να κινδυνεύω από κανέναν τραυματισμό. Από κάτι τέτοιες λυσσάρες έχουν χάσει μερικοί το πέος τους».

Μια σεξουαλική δυσλειτουργία είναι συχνά ο λόγος για τον οποίο κάποιοι θα παραμείνουν μόνοι τους στη ζωή. Η μοναξιά δε θεραπεύει όμως τις δυσλειτουργίες στο σεξ. Ίσως μάλιστα τις διογκώνει, όπως διογκώνει και τη μοναξιά της ψυχής μας.

Οι εκτιμήσεις και η αξιολόγηση της σεξουαλικότητας αλλάζουν ανά τους αιώνες και τις εποχές. Η πρόωρη εκσπερμάτιση καταγράφηκε για πρώτη φορά σαν σεξουαλική δυσλειτουργία μετά το φεμινιστικό κίνημα. Η υπερσεξουαλικότητα απασχολεί τους ειδικούς τις τελευταίες μόλις δεκαετίες. Η σεξουαλικότητα και το καλό σεξ εντάχθηκαν στο σύγχρονο ευζήν τα τελευταία πενήντα χρόνια και συχνά θεωρήθηκαν το κυριότερο στοιχείο του.

Η έννοια της δυσλειτουργίας στο σεξ δε  μπορεί να χαρακτηριστεί πάντα με ακρίβεια και τα όρια της καλής λειτουργίας από τη δυσλειτουργία δεν είναι πάντοτε σαφή και δεδομένα. Η ποιότητα του  σεξ είναι μοναδική για κάθε ζευγάρι και η θετική αξιολόγηση από τους δύο είναι αυτή που απομακρύνει το ενδεχόμενο μιας σεξουαλικής δυσλειτουργίας.

Ανάμεσα στην καλή λειτουργία στο σεξ και τις δυσλειτουργίες θα μπορούσε κανείς να εντάξει μία άλλη κατηγορία ατόμων με υποτονική σεξουαλική συμπεριφορά. Είναι οι άνθρωποι που λειτουργούν σεξουαλικά, με επαρκή στυτική λειτουργία, παραμονή του πέους στον κόλπο για πέντε τουλάχιστον λεπτά και αίσθηση οργασμού και στα δύο φύλα. Η ερωτική επιθυμία υπάρχει, συχνά όμως επικαλύπτεται από άλλα ενδιαφέροντα στη ζωή, με αποτέλεσμα αραιές σεξουαλικές επαφές. Σε γενικές γραμμές άλλωστε η σεξουαλικότητα φθίνει με την πάροδο της ηλικίας και η διαφορά γίνεται αισθητή κατά την έκτη δεκαετία της ζωής του ανθρώπου και μετά.

Σύμφωνα με παλαιότερη έρευνα του Ελληνικού Σεξολογικού Ινστιτούτου στον πληθυσμό της Αθήνας έδειξε ότι το 40% ανδρών και γυναικών λειτουργεί απόλυτα ικανοποιητικά στο σεξ, 40% δηλώνει παροδικά ή μόνιμα προβλήματα, ενώ το 20% δυσκολεύεται να ορίσει την καλή σεξουαλική λειτουργία.



Ζήσης Παπαθανασίου
Επ. Καθηγητής Γυναικολογίας, Σεξολόγος
Διευθυντής Ελληνικού Σεξολογικού Ινστιτούτου